Οι φυσιολογικές τιμές της TSH κυμαίνονται συνήθως από 0,45 έως 4,12 mIU/L, με μικρές διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την εγκυμοσύνη. Αυξημένες τιμές υποδηλώνουν υποθυρεοειδισμό, ενώ χαμηλές τιμές παρατηρούνται σε υπερθυρεοειδισμό.
TSH: Φυσιολογικές τιμές
Η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (επίσης γνωστή ως TSH ή θυρεοτροπίνη) είναι μια ορμόνη που παράγεται και εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει το θυρεοειδή αδένα να παράγει θυροξίνη (Τ4), και στη συνέχεια, τριϊωδοθυρονίνη (Τ3), η οποία διεγείρει τον μεταβολισμό σχεδόν όλων των ιστών του σώματος.
Τα φυσιολογικά επίπεδα TSH (θυρεοειδοτρόπος ορμόνη) σε γενικές γραμμές κυμαίνονται από 0,45 έως 4,12 mIU/L.
- Υψηλή TSH υποδηλώνει ότι ο θυρεοειδής είναι υπολειτουργικός (υποθυρεοειδισμός) και δεν παράγει αρκετή θυρεοειδοτρόπο ορμόνη.
- Χαμηλή TSH υποδηλώνει ότι ο θυρεοειδής παράγει πάρα πολλή ποσότητα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (υπερθυρεοειδισμός).
Εάν η TSH είναι πολύ υψηλή ή πολύ χαμηλή, δεν αρκεί από μόνη της να θέσει την διάγνωση και θα απαιτηθούν περαιτέρω εξετάσεις.

TSH: Φυσιολογικές τιμές ανά ηλικία
| Ηλικία | Φυσιολογικές τιμές TSH | Χαμηλή TSH | Υψηλή TSH |
| 18–30 | 0,5–4,1 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,1 mIU/L |
| 31–50 | 0,5–4,1 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,1 mIU/L |
| 51–70 | 0,5–4,5 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,5 mIU/L |
| 71–90 | 0,4–5,2 mIU/L | <0,4 mIU/L | >5,2 mIU/L |
TSH: Φυσιολογικές τιμές ανά ηλικία και φύλο
| Φύλο | Ηλικία | Φυσιολογικές τιμές TSH | Χαμηλή TSH | Υψηλή TSH |
| Άνδρες | 18-30 | 0,5-4,15 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,5 mIU/L |
| Άνδρες | 31-50 | 0,5-4,15 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,15 mIU/L |
| Άνδρες | 51-70 | 0,5-4,59 mIU/L | <0,5 mIU/L | >4,6 mIU/L |
| Άνδρες | 71-90 | 0,4-5,49 mIU/L | <0,4 mIU/L | >5,5 mIU/L |
| Γυναίκες | 18-29 | 0,4-2,34 mIU/L | <0,4 mIU/L | >4,5 mIU/L |
| Γυναίκες | 30-49 | 0,4-4,0 mIU/L | <0,4 mIU/L | >4,1 mIU/L |
| Γυναίκες | 50-79 | 0,46-4,68 mIU/L | <0,46 mIU/L | 4,7-7,0 mIU/L |
TSH: Φυσιολογικές τιμές στην εγκυμοσύνη
| Τρίμηνο κύησης | Φυσιολογικές τιμές TSH | Χαμηλή TSH | Υψηλή TSH |
| Πρώτο | 0,6–3,4 mIU/L | <0,6 mIU/L | >3,4 mIU/L |
| Δεύτερο | 0,37–3,6 mIU/L | <0,3 mIU/L | >3,6 mIU/L |
| Τρίτο | 0,38–4,0 mIU/L | <0,3 mIU/L | >4,0 mIU/L |
Τι είναι η TSH (θυρεοειδιτρόπος ορμόνη);
Η θυρεοειδοτρόπος Ορμόνη (TSH) είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται από την υπόφυση, έναν μικρό αδένα που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου. Η TSH παίζει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση του θυρεοειδούς αδένα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παραγωγή ορμονών που ελέγχουν τον μεταβολισμό, την ανάπτυξη και την ενεργειακή δαπάνη του οργανισμού. Η TSH διεγείρει τον θυρεοειδή αδένα να παραγάγει και να απελευθερώσει δύο κύριες ορμόνες: την θυροξίνη (T4) και την τριιωδοθυρονίνη (T3). Αυτές οι ορμόνες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του μεταβολικού ρυθμού, της καρδιακής λειτουργίας, της πέψης, του μυϊκού ελέγχου και της ανάπτυξης του εγκεφάλου. Η παραγωγή της TSH ρυθμίζεται αυστηρά από ένα σύστημα ανάδρασης που περιλαμβάνει τον υποθάλαμο, την υπόφυση και τον θυρεοειδή αδένα. Όταν τα επίπεδα των ορμονών του θυρεοειδούς στο αίμα είναι χαμηλά, ο υποθάλαμος απελευθερώνει θυρεοτροπίνη ή θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TRH), η οποία διεγείρει την υπόφυση να παραγάγει και να απελευθερώσει την TSH. Αντίθετα, όταν τα επίπεδα των ορμονών του θυρεοειδούς είναι υψηλά, η παραγωγή της TSH καταστέλλεται για να αποφευχθεί η υπερδιέγερση του θυρεοειδούς.
Η TSH είναι μια γλυκοπρωτεΐνη με μοριακή δομή που αποτελείται από δύο υπομονάδες: μια άλφα υπομονάδα και μια βήτα υπομονάδα. Η άλφα υπομονάδα είναι κοινή με άλλες ορμόνες, όπως η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH), η ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH) και η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG), ενώ η βήτα υπομονάδα είναι μοναδική για την TSH και καθορίζει τη συγκεκριμένη βιολογική της δραστηριότητα. Η ορμόνη συντίθεται στα θυρεοειδοτρόπα κύτταρα της υπόφυσης και απελευθερώνεται στο αίμα ως απάντηση στην TRH. Μόλις απελευθερωθεί, η TSH συνδέεται με υποδοχείς στην επιφάνεια των κυττάρων του θυρεοειδούς, πυροδοτώντας μια σειρά γεγονότων που οδηγούν στην παραγωγή και έκκριση των T3 και T4. Η ισορροπία μεταξύ της TSH και των ορμονών του θυρεοειδούς είναι σημαντική για τη διατήρηση της ομοιόστασης στον οργανισμό, και οι διαταραχές σε αυτό το σύστημα μπορούν να οδηγήσουν σε διαταραχές του θυρεοειδούς, όπως υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό.
Η διαγνωστική αξία της μέτρησης TSH στον ορμονικό έλεγχο
Η εξέταση TSH αποτελεί την πιο ευαίσθητη παράμετρο για την εργαστηριακή αξιολόγηση της θυρεοειδικής λειτουργίας, καθώς οι μεταβολές στα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης προηγούνται συχνά των κλινικών συμπτωμάτων. Λόγω του μηχανισμού της αρνητικής ανάδρασης, η υπόφυση αντιδρά άμεσα ακόμα και σε απειροελάχιστες αυξομειώσεις των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα. Έτσι, ο προσδιορισμός της TSH θεωρείται η εξέταση εκλογής (screening test) για τη διάγνωση του υποκλινικού υποθυρεοειδισμού και του υποκλινικού υπερθυρεοειδισμού, προσφέροντας μια ακριβή εικόνα για την ομοιόσταση του μεταβολικού συστήματος πριν καν εμφανιστούν παθολογικές τιμές στις ορμόνες T3 και T4.
Ερμηνεία των επιπέδων TSH και εργαστηριακή παρακολούθηση
Η σωστή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων TSH είναι καθοριστική για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ πρωτοπαθών και δευτεροπαθών διαταραχών του θυρεοειδούς αδένα. Μια υψηλή TSH υποδηλώνει την προσπάθεια του οργανισμού να διεγείρει έναν αδένα που υπολειτουργεί, ενώ μια χαμηλή TSH καταδεικνύει την καταστολή της υπόφυσης λόγω υπερβολικής έκκρισης ορμονών. Πέρα από την αρχική διάγνωση, ο τακτικός έλεγχος των επιπέδων TSH είναι απαραίτητος για τη βελτιστοποίηση της φαρμακευτικής αγωγής (όπως η λεβοθυροξίνη), καθώς επιτρέπει τον ακριβή συντονισμό της δόσης ώστε η τιμή της ορμόνης να παραμένει εντός του επιθυμητού θεραπευτικού εύρους, διασφαλίζοντας τη μακροχρόνια ορμονική ισορροπία.
Πώς αξιολογούμε οι γαστρεντερολόγοι την TSH στα νοσήματα του πεπτικού
Στη γαστρεντερολογία, η μέτρηση της TSH αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαφορική διάγνωση λειτουργικών διαταραχών του πεπτικού συστήματος, καθώς ο θυρεοειδής αδένας ρυθμίζει άμεσα την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα. Οι γαστρεντερολόγοι ζητούμε τον έλεγχο της TSH όταν διερευνούμε περιστατικά χρόνιας δυσκοιλιότητας, η οποία συχνά συνδέεται με τον υποθυρεοειδισμό και την επιβράδυνση της διάβασης του εντέρου, ή περιπτώσεις χρόνιας διάρροιας και δυσαπορρόφησης, που αποτελούν κλασικές εκδηλώσεις του υπερθυρεοειδισμού. Η εξέταση είναι απαραίτητη για να αποκλειστεί μια ενδοκρινική αιτία πριν την απόδοση των συμπτωμάτων σε καταστάσεις όπως το ευερέθιστο έντερο.
Επιπλέον, ο έλεγχος της TSH είναι σημαντικός σε ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα του πεπτικού, όπως η κοιλιοκάκη και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, λόγω της συχνής συνύπαρξης της αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας (Hashimoto) με αυτά τα νοσήματα. Παράλληλα, οι τιμές της TSH αξιολογούνται σε περιπτώσεις ανεξήγητης ανόδου των ηπατικών ενζύμων ή επιμένουσας δυσπεψίας και ναυτίας, καθώς η ορμονική ανισορροπία μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του ήπατος και τη γαστρική κένωση. Η αποκατάσταση της ορμονικής ομοιόστασης είναι συχνά το κλειδί για την υποχώρηση των γαστρεντερικών ενοχλημάτων που δεν ανταποκρίνονται στις συμβατικές γαστρεντερολογικές θεραπείες.